Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Ναι, αν η ευτυχία πουλιόταν-Μερος Β-ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ




“ Το φάρμακό σου χειροτερεύει την αρρώστια”


ΠΕΡΙ ΦΙΛΟΠΛΟΥΤΙΑΣ

Μερος Β




Πραγματικά, οι παραινέσεις και οι διδαχές τους είναι οι εξής: “Να κερδίζεις, να είσαι φειδωλός, να θεωρείς ότι όσο έχεις τόσο αξίζεις”. Τούτο, βέβαια, δεν είναι παίδευση αλλά περιορισμός και ράψιμο, σαν να επρόκειτο για βαλάντιο, για να μπορεί να συγκρατεί και να φυλάει ό,τι του βάλεις μέσα. Ωστόσο, το βαλάντιο γίνεται ρυπαρό και δύσοσμο, όταν βάλεις μέσα του χρήματα, ενώ τα παιδιά των φιλάργυρων, προτού ακόμα παραλάβουν τα πλούτη, κατακυριεύονται από την φιλοπλουτία αμέσως από τους πατέρες τους.
Τους πληρώνουν, εξ άλλου, αμοιβές αντάξιες τις διδασκαλίας τους, όχι αγαπώντας τους γιατί θα πάρουν πολλά πλούτη, αλλά μισώντας τους γιατί δεν τα έχουν πάρει ήδη. Καθώς, δηλαδή, δεν έμαθαν να θαυμάζουν τίποτε άλλο από τον πλούτο και να μην ζουν για τίποτε άλλο παρά μόνο για ν’ αποκτούν πολλά, θεωρούν τη ζωή των πατέρων τους εμπόδιο της δικής τους, και νομίζουν ότι ο χρόνος τους αφαιρεί όσα χρόνια προσθέτει στους γονείς τους. Για τούτο, ακόμα και ενόσω οι πατέρες τους ζουν, κλέβουν κρυφά κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ηδονή των χρημάτων και ξοδεύουν σαν να επρόκειτο για ξένα, δίνοντας σε φίλους, δαπανώντας κατά τις επιθυμίες τους, όσο ακόμα εξακολουθούν να παρακολουθούν τις διαλέξεις των δασκάλων τους και συνεχίζουν να είναι μαθητές. Όταν, όμως, μετά τον θάνατο των πατέρων, πάρουν οι γιοι τα κλειδιά και τις σφραγίδες τους, ασπάζονται διαφορετικό τρόπο ζωής, και γίνεται η μορφή τους αγέλαστη, αυστηρή και απρόσιτοι. Δεν υπάρχει πια κολοφών, σφαίρα, παλαιστικές λαβές, Ακαδημία ή Λύκειο, αλλά στη θέση τους έλεγχος των υπηρετών, εξέταση των λογιστικών βιβλίων, συσκέψεις με οικονόμους ή χρεώστες, μέριμνα και φροντίδα που αποσπά από το φαγητό και οδηγεί νύχτα στα δημόσια λουτρά, ενώ

τα γυμναστήρια όπου γυμναζόταν, τα νερά της Δίρκης (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ)

χάθηκαν. Αν, μάλιστα, κάποιος πει: “Δεν θα παρακολουθήσεις την ομιλία του φιλοσόφου;” απαντάει: “Πώς μπορώ; Δεν έχω καιρό, γιατί πέθανε ο πατέρας μου”. Ταλαίπωρε, τι πράγμα σου κληροδότησε, ανάλογο με αυτό που σου αφαίρεσε, την άνεση και την ελευθερία; Ή, περισσότερο, δεν είναι κείνος αλλά ο πλούτος που διαχύθηκε και σε κυρίευσε, όπως η Ησιόδεια γυναίκα, που “σε καίει χωρίς δάδα, και σε γεράματα σε πάει πρόωρα”, φέρνοντας στην ψυχή σαν παράκαιρες ρυτίδες και άσπρα μαλλιά τις έγνοιες και τις ασχολίες που προκύπτουν από τη φιλαργυρία, από τις οποίες μαραίνονται η υπερηφάνεια, η φιλοδοξία και η αγάπη για τους ανθρώπους.
Θα πει κάποιος: “Τι λοιπόν; Δεν βλέπεις ότι μερικοί χρησιμοποιούν αφειδώλευτα τα χρήματά τους;” Κι εσύ δεν ακούς, θ’ απαντήσουμε, τον Αριστοτέλη που λέει ότι άλλοι δεν τα χρησιμοποιούν, άλλοι τα χρησιμοποιούν άσχημα, και ότι κανένα από τα δύο τούτα δεν είναι σωστό; Οι πρώτοι δεν ωφελούνται ούτε τιμούνται από αυτά που έχουν, ενώ οι δεύτεροι βλάπτονται να ντροπιάζονται.
Έλα, λοιπόν, να εξετάσουμε πρώτα τούτο· η χρήση αυτή, για την οποία θαυμάζεται ο πλούτος, είναι χρήση των πραγμάτων που είναι σε επάρκεια; Τότε οι πλούσιοι δεν έχουν περισσότερα απ’ όσους είναι κύριοι μέτριας περιουσίας αλλά “ο πλούτος δεν είναι πλούτος”, όπως λέει ο Θεόφραστος, και στ’ αλήθεια είναι αζήλευτος, εφόσον ο Καλλίας, ο πλουσιότερος Αθηναίος, και ο Ισμηνίας, ο ευπορότερος Θηβαίος, χρησιμοποιούσαν τα πράγματα που χρησιμοποιούσαν ο Σωκράτης και ο Επαμεινώνδας. Όπως, δηλαδή, ο Αγάθων απομάκρυνε από το συμπόσιο τον αυλό και τον έστειλε στις γυναίκες, θεωρώντας πως οι λόγοι είναι ικανή ψυχαγωγία για τους παρευρισκόμενους, έτσι πρέπει ν’ απομακρύνεις και τα πορφυρά στρώματα και τα ακριβά τραπέζια και όλα τα περιττά, καθώς βλέπεις πως οι πλούσιοι χρησιμοποιούν ό,τι και οι φτωχοί.
Αν, όμως, ακόμα και αυτοί που δεν είναι πλούσιοι έχουν εξίσου όσα τους αρκούν να ζήσουν, και ο πλούτος περηφανεύεται για τα περιττά, και αν επαινείς τον Θεσσαλό Σκόπα, ο οποίος, όταν του ζητήθηκε κάποιο οικιακό σκεύος, ως περιττό για τον ίδιο και άχρηστο, απάντησε: “Με τούτα, όμως, τα περιττά είμαστε ευτυχισμένοι και μακάριοι, και όχι με τα άλλα τα αναγκαία”, κοίταξε μήπως μοιάζεις με κείνον που επαινεί την πομπή και την πανήγυρη περισσότερο παρά τη ζωή. Η πομπή της πατροπαράδοτης γιορτής των Διονυσίων τελούνταν στο παρελθόν με συμμετοχή λαού και με χαρούμενη διάθεση. Μπροστά πήγαιναν αμφορέα κρασιού και κλήμα αμπελιού, στη συνέχεια έσερναν έναν τράγο, μετά ερχόταν κάποιος που βαστούσε καλάθι με ξερά σύκα, και στο τέλος ο φαλλός. Σήμερα, όμως, όλα τούτα παραμελήθηκαν και εξαφανίστηκαν, ενώ μεταφέρονται άρματα με χρυσάφι, πολυτελή ενδύματα, ζεύγη αλόγων που οδηγούνται από αναβάτες και προσωπεία.
Έτσι τα αναγκαία και τα χρήσιμα του πλούτου θάφτηκαν κάτω από τα άχρηστα και τα περιττά.
Στους περισσότερους από εμάς συμβαίνει ό,τι συνέβη στον Τηλέμαχο· πραγματικά, αυτός, από απειρία ή μάλλον από άγνοια του ωραίου, όταν είδε την οικία του Νέστορα με κρεβάτια, τραπέζια, ενδύματα, στρώματα και καλό κρασί δεν καλοτύχιζε εκείνον που ευπορούσε στα αναγκαία και στα χρήσιμα, ενώ, όταν στο ανάκτορο του Μενελάου είδε ελεφαντόδοντο, χρυσάφι και ήλεκτρο, εξεπλάγη και είπε:
Έτσι είναι βέβαια και το παλάτι του Δία στο εσωτερικό του·
τόσο απερίγραπτα πολλά είναι αυτά· θαμπώνομαι που τα βλέπω.

Ο Σωκράτης ή ο Διογένης θα έλεγαν: “Τόσο πολύ άθλια είναι αυτά” και άχρηστα και μάταια· “γελάω που τα βλέπω”. “Τι λες, ανόητε; Ενώ πρέπει να βγάλεις την πορφύρα και τα στολίδια της γυναίκας σου, για να μην είναι πια τρυφηλή και να μην παθιάζεσαι με τους ξένους τρόπους, έρχεσαι τώρα και στολίζεις το σπίτι σου, σαν θέατρο ή σαν σκηνή για τους επισκέπτες;”
Τέτοια είναι η ευδαιμονία του πλούτου, που χωρίς θεατές και μάρτυρες δεν είναι τίποτα. Όμοια είναι η σωφροσύνη, ο φιλοσοφικός στοχασμός, η γνώση όσων πρέπει σχετικά με τους θεούς, έστω κι αν είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους, και έχουν ξεχωριστή λάμψη και λαμπρό φέγγος στην ψυχή, και κάνουν τη χαρά μόνιμη συγκάτοικό της, καθώς με τις δικές της δυνάμεις συνδέεται με το αγαθό, είτε τα καταλαβαίνουν είτε όχι όλοι οι θεοί και οι άνθρωποι!
Τέτοια είναι η αρετή, αλήθεια, ωραιότητα των μαθημάτων, γεωμετρικών και αστρονομικών· με ποιο από τούτα είναι άξια να συγκριθούν τα στολίδια τούτα του πλούτου, τα περιδέραια και τα κοριτσίστικα πολύχρωμα φορέματα;
Όταν κανείς δεν τον βλέπει και κανείς δεν τον παρατηρεί, ο πλούτος γίνεται στ’ αλήθεια τυφλός και σκοτεινός. Όταν, δηλαδή, ο πλούσιος δειπνεί μόνος με την γυναίκα του ή τους φίλους του, αφήνει ήσυχα τα φτιαγμένα από ξύλο θυίας τραπέζια του και τα χρυσά ποτήρια και χρησιμοποιεί όποια τύχει, και η γυναίκα του στέκεται εκεί χωρίς χρυσαφικά, χωρίς πορφύρες και ντυμένη με απλό ένδυμα. Όταν, όμως, οργανώνεται συμπόσιο – που σημαίνει πομπές και θεάματα – και παρουσιάζεται το δράμα του πλούτου, “διατάζει να φέρουν από τα πλοία λέβητες και τρίποδες”, οι αποθήκες των λύχνων αδειάζουν, τα κύπελα αλλάζουν, οι οινοχόοι φορούν άλλα ρούχα, τα πάντα αναστατώνονται, χρυσάφι, ασήμι, ποικίλματα πολύτιμων λίθων, και κατ’ αυτό τον τρόπο οι ιδιοκτήτες τους ομολογούν ότι έχουν τα πλούτη τους για άλλους.

Τη σωφροσύνη, όμως, τη χρειάζεται, είτε δειπνήσει κάποιος μόνος του είτε κάνει γιορτινό τραπέζι.



ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΗΘΙΚΑ
ΤΟΜΟΣ 14


ΕΚΔΟΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου