Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Ναι, αν η ευτυχία πουλιόταν-Μερος Α-ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ


 “ Το φάρμακό σου χειροτερεύει την αρρώστια”

ΠΕΡΙ ΦΙΛΟΠΛΟΥΤΙΑΣ

Μερος Α



Ο δάσκαλος της γυμναστικής Ιππόμαχος, όταν κάποιοι επαινούσαν έναν άνθρωπο υψηλόσωμο και με μακριά χέρια ως κατάλληλο για πυγμάχο, είπε: “Ναι, αν το στεφάνι είναι κρεμασμένο ψηλά κι έπρεπε να το κατεβάσει”.
Το ίδιο μπορούμε να πούμε για κείνους που εξίστανται και μακαρίζουν τα μεγάλα κτήματα, τα πλούσια σπίτια και το πολύ χρήμα: “Ναι, αν η ευτυχία πουλιόταν, κι έπρεπε να την αγοράσουμε” (παρά ταύτα, μπορούμε να πούμε ότι πολύ προτιμούν να είναι πλούσιοι και δυστυχισμένοι, παρά να ευτυχήσουν δίνοντας χρήματα προς τούτο).
Η αποφυγή της λύπης, όμως, η μεγαλοφροσύνη, η σταθερότητα, το θάρρος και η αυτάρκεια δεν αγοράζονται με χρήματα.
Στην κατοχή του πλούτου δεν περιέχεται η περιφρόνηση του πλούτου ούτε στην απόκτηση πολυτελών πραγμάτων το αίσθημα ότι δεν χρειαζόμαστε τις πολυτέλειες.
Από ποια άλλα κακά, λοιπόν, μας απαλλάσσει ο πλούτος, αν δεν μας απαλλάσσει ούτε καν από την αγάπη για τον πλούτο;
Τη φιλαργυρία, όμως, δεν την σβήνει το ασήμι ούτε το χρυσάφι, ούτε η πλεονεξία παύει με την απόκτηση των παραπανίσιων αγαθών.
Αντιθέτως, μπορεί κάποιος να πει στον πλούτο, σαν σε αλαζόνα γιατρό:
Το φάρμακό σου χειροτερεύει την αρρώστια”· όταν χρειαζόμαστε ψωμί, σπίτι, την φυσιολογική προφύλαξη από τον καιρό και κάποιο, όποιο τύχει, προσφάι, μας παίρνει ο πλούτος και μας κατακυριεύει με την επιθυμία για χρυσάφι και ασήμι, ελεφαντόδοντο και σμαράγδια, σκυλιά και άλογα, μεταθέτοντας την επιθυμία μας από τα απαραίτητα στα δύσκολα και στα σπάνια, στα δυσεύρετα και στα άχρηστα.
Πραγματικά, κανείς δεν είναι φτωχός όσο αφορά πράγματα που επαρκούν, ούτε δανείστηκε ποτέ άνθρωπος για ν’ αγοράσει αλεύρι ή τυρί, ψωμί ή ελιές· αντιθέτως, ο ένας μπήκε σε χρέη για κάποια πολυτελή κατοικία, ο άλλος για τον γειτονικό ελαιώνα, ο άλλος για σταροχώραφα ή αμπέλια, ο άλλος για Γαλατικούς ημιόνους και ο άλλος για άλογα, που ζεύονται και, “σέρνοντας με θόρυβο το άδειο άρμα”, τον τραβούν στους γκρεμούς των συμβολαίων, των τόκων και των υποθηκών.
Ύστερα, όπως εκείνοι που συνεχίζουν το ποτό μετά τον κορεσμό της δίψας ή το φαγητό μετά τον κορεσμό της πείνας ξερνούν μαζί με τα περιττά και όσα έβαλαν μέσα τους όταν διψούσαν ή όταν πεινούσαν, έτσι και όσοι επιθυμούν τα άχρηστα και τα περιττά δεν μπορούν να συγκρατήσουν ούτε τα αναγκαία.
Τέτοια, λοιπόν, είναι η κατάσταση των παραπάνω ανθρώπων.
Με κείνους, εξ άλλου, που δεν αποβάλλουν τίποτα, που έχουν πολλά αλλά συνεχώς χρειάζονται περισσότερα, θα εκπλησσόταν κάποιος περισσότερο, φέρνοντας στον νου του τον Αρίστιππο. Εκείνος δηλαδή, συνήθιζε να λέει ότι “Αν κάποιος τρώει και πίνει υπερβολικά αλλά δεν χορταίνει ποτέ, πηγαίνει στους γιατρούς και ζητάει να μάθει από τι πάσχει, ποια είναι η κατάστασή του και πώς μπορεί ν’ απαλλαχτεί· αν όμως κάποιος έχει πέντε κρεβάτια, αλλά ζητάει δέκα και, αν έχει δέκα τραπέζια, αγοράζει άλλα τόσα, και, παρ’ ότι έχει πολλά κτήματα και χρήματα, δεν νιώθει πλήρης αλλά σχεδιάζει ν’ αποκτήσει περισσότερα, μένει άγρυπνος και δεν γεμίζει με τίποτα, τούτος δεν νομίζει ότι χρειάζεται γιατρό να τον θεραπεύσει και να του δείξει από ποια αιτία το έχει πάθει;”
Ασφαλώς, στην περίπτωση εκείνων που διψούν, θα περίμενε κάποιος ότι όποιος δεν ήπιε θα πιει και θ’ απαλλαχτεί από τη δίψα του, ενώ για κείνον που πίνει συνεχώς και ακαταπαύστως πιστεύουμε ότι δεν έχει ανάγκη πληρώσεως αλλά καθάρσεως και του συνιστούμε να κάνει εμετό, θεωρώντας ότι δεν είναι η έλλειψη που τον ενοχλεί αλλά κάποιο αφύσικο κάψιμο ή θερμότητα στο εσωτερικό του.
Έτσι και στην περίπτωση αυτών που αποκτούν χρήματα, ο ενδεής και άπορος, αφ’ ενός, θα πάψει ίσως να είναι, αν βρει εργασία ή αν ανακαλύψει θησαυρό ή αν τον βοηθήσει κάποιος φίλος του και ξεπληρώσει τον δανειστή του και απαλλαχτεί, ενώ, αφ’ ετέρου, εκείνος που έχει περισσότερα από τα αρκετά και επιθυμεί ακόμα πιο πολλά δεν είναι δυνατό να γιατρευτεί από χρυσάφι ή ασήμι, από άλογα ή πρόβατα ή γελάδια, αλλά χρειάζεται αφαίρεση της αιτίας του κακού και καθαρμό. Το πάθος του, στ’ αλήθεια, δεν είναι η πενία, αλλά η απληστία και η φιλοπλουτία, που βρίσκεται μέσα του εξαιτίας της λανθασμένης και άλογης κρίσης του· αν κάποιος δεν βγάλει τούτη, σαν το σκουλήκι, από την ψυχή, δεν θα πάψει να χρειάζεται τα περιττά, δηλαδή να επιθυμεί πράγματα που δεν χρειάζονται.
Όταν ο γιατρός επισκέπτεται άνθρωπο κλινήρη, που βογκάει και δεν θέλει να φάει, τον εξετάζει και τον ρωτάει και τον βρίσκει απύρετο, “Ψυχική νόσος” αποφαίνεται και φεύγει. Το ίδιο κι εμείς, λοιπόν, αν τύχει και δούμε κάποιον να λιώνει για ν’ αποκτήσει πλούτη, να βογκάει για τις δαπάνες του, να μη διστάζει μπροστά σε κανένα άτιμο και άθλιο μέσο που συμβάλλει στην απόκτηση χρημάτων, μολονότι έχει σπίτια, χωράφια, κοπάδια και δούλους μαζί με ιματισμό, ποιο θα πούμε πως είναι το νόσημα του ανθρώπου, αν όχι πενία ψυχική; Από τη χρηματική πενία, άλλωστε, όπως λέει και ο Μένανδρος, μπορεί να τον απαλλάξει ακόμα κι ένας φίλος του με τη βοήθεια που θα του προσφέρει, αλλά την ψυχική πενία δεν θα μπορούσαν ν’ αναπληρώσουν όλοι οι φίλοι του μαζί, ζωντανοί και πεθαμένοι.
Συνεπώς, σωστός είναι ο λόγος που απευθύνει στους ανθρώπους τούτους ο Σόλων:
Για τους ανθρώπους δεν υπάρχει τέρμα στον πλούτο.

Για τους νουνεχείς, ανθρώπους, βέβαια, ο φυσικός πλούτος είναι συγκεκριμένος και έχει τέλος, σαν κύκλος που γράφεται με ακτίνα την ανάγκη. Αλλά ίδιον της φιλαργυρίας είναι και τούτο· είναι η επιθυμία που αντιμάχεται την ίδια της την ικανοποίηση. Οι άλλες επιθυμίες ενεργούν για την ικανοποίησή τους. Κανείς δεν απέχει από το να τρώει, επειδή αγαπάει το φαγητό, ή από το να πίνει κρασί, επειδή το αγαπάει, όσο απέχουν από το να χρησιμοποιούν χρήματα εξαιτίας της φιλοχρηματίας.
Ο Στρατόνικος κορόιδευε την πολυτέλεια των Ροδίων, λέγοντας πως φτιάχνουν οικοδομήματα σαν να επρόκειτο να είναι αθάνατοι, αλλά παραθέτουν γεύματα σαν να επρόκειτο να πεθάνουν σε λίγο.
Οι φιλάργυροι, εξ άλλου, αποκτούν το χρήμα σαν να είναι φίλοι της πολυτέλειας, αλλά το χρησιμοποιούν σαν να είναι τσιγκούνηδες, υπομένοντας, αφ’ ενός, τους κόπους, χάνοντας, αφ’ ετέρου, την ευχαρίστηση.
Κάποιος θα πει: “Μα τον Δία, αυτοί, όμως, φυλάνε και αποθησαυρίζουν αγαθά για τα παιδιά και για τους κληρονόμους τους”. Πώς; Γι’ αυτούς στους οποίους οι φιλόπλουτοι, όσο ζουν, δεν δίνουν τίποτα, αλλά όπως οι ποντικοί που τρώνε το χρυσάφι στα μέταλλα, είναι αδύνατο να πάρουν μερίδιο στο χρυσάφι μέχρι να πεθάνουν και ν’ ανατμηθούν. Για ποιο λόγο θέλουν ν’ αφήσουν στα παιδιά και στους κληρονόμους τους πολλά χρήματα και μεγάλη περιουσία; Με σκοπό, προφανώς, να τα φυλάξουν κι αυτοί για άλλους, και οι τελευταίοι το ίδιο, όπως οι σωλήνες από πηλό, που καθένας τους δεν κρατά τίποτα για τον εαυτό του αλλά ο ένας δίνει στον άλλο από τα δικά του, ώσπου κάποιος συκοφάντης ή τύραννος που έρχεται απ’ έξω κόβει και σπάζει αυτόν που διατηρεί τα αγαθά, και στρέφει αλλού και παροχετεύει τον πλούτο, ή, όπως λένε, ώσπου να εμφανιστεί στην οικογένεια ένας, ο κατ’ εξοχήν πονηρός, και να καταστρέψει τα αγαθά όλων.
Με αυτά, δηλαδή, με τα οποία θεωρούν ότι τους εκπαιδεύουν, στην πραγματικότητα τους καταστρέφουν και τους διαστρέφουν, εμφυτεύοντας τους τη δική τους φιλαργυρία και μικρολογία, σαν να έφτιαχναν για τους κληρονόμους τους φρούριο για την υπεράσπιση της κληρονομιάς τους.



Ακολουθεί Μέρος Β

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΗΘΙΚΑ
ΤΟΜΟΣ 14

ΕΚΔΟΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου