Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Η ψυχή του ανθρώπου δεν είναι απλή ούτε ομοιοπαθής ... ( ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)

 Ο καθένας μας είναι διπλός και σύνθετος ... 




ΠΕΡΙ ΗΘΙΚΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

Στην πραγματικότητα το πάθος είναι, λένε, πονηρός και ακόλαστος λόγος, διαμορφωμένος από κακή και λανθασμένη κρίση, η οποία έχει αποκτήσει επιπλέον ένταση και δύναμη. Φαίνεται όμως ότι απ’ όλους τους παραπάνω έχει διαφύγει το πως πραγματικά ο καθένας μας είναι διπλός και σύνθετος. 

Δεν έχουν, δηλαδή, διακρίνει εκείνη την άλλη διπλή φύση μας, αλλά έχουν δει μόνο τη μείξη ψυχής και σώματος, ως πιο εμφανή. Το ότι όμως υπάρχει κάποιο στοιχείο σύνθετο, διφυές και ανόμοιο της ίδιας της ψυχής μέσα στον εαυτό της αφού το άλογο, σαν να ήταν άλλη ουσία, αναμειγνύεται και συνδυάζεται με τον λόγο σύμφωνα με κάποια αναγκαιότητα και σύμφωνα με τη φύση, αυτό, πιθανότατα, δεν ήταν άγνωστο ούτε στον Πυθαγόρα, αν συμπεράνουμε από τον ενθουσιασμό του ανθρώπου για τη μελέτη της μουσικής, την οποία εισήγαγε για να μαγέψει και να παρηγορήσει την ψυχή, με τη σκέψη ότι αυτή δεν έχει όλα τα μέρη της υπάκουα στη διδασκαλία και στη μελέτη, και ότι δεν μπορούν ν’ αλλάξουν με τον λόγο απομακρυνόμενα από την κακία, αλλά ότι χρειάζονται άλλο είδος πειθούς, που να συνεργάζεται μαζί τους, να τα διαπλάθει και να τα τιθασεύει.
Ο Πλάτων κατανόησε ότι η ψυχή του ανθρώπου, ως μέρος ή μίμημα της ψυχής του παντός και συντεθειμένη σύμφωνα με αναλογίες και αριθμούς που αντιστοιχούν σε κείνες (που κυβερνούν το σύμπαν), δεν είναι απλή ούτε ομοιοπαθής, αλλά έχει ως μέρος της το νοητικό και το λογιστικό, που φυσικό του καθήκον είναι η κυβέρνηση και διοίκηση του ανθρώπου, και ως άλλο μέρος της το παθητικό και το άλογο, το μεταβλητό και άτακτο, που χρειάζεται επόπτη. 
Το δεύτερο τούτο μέρος διαιρείται πάλι σε δύο άλλα, το ένα από τα οποία, πάντα πρόθυμο από τη φύση του να συνυπάρχει με το σώμα και να το υπηρετεί, ονομάζεται επιθυμητικό· το άλλο, που άλλοτε συμμαχεί με το προηγούμενο και άλλοτε παρέχει ισχύ και δύναμη στη λογική, ονομάζεται θυμοειδές.
Ο Πλάτων μάλιστα αποδεικνύει τη διαφορά κυρίως από την αντίθεση του λογικού και σκεπτόμενου μέρους προς το επιθυμητικό και θυμοειδές, αφού, επειδή τα τελευταία τούτα είναι διαφορετικά, γίνονται συχνά ανυπάκουα και μάχονται με το ανώτερο μέρος.
Όσοι απορούν πως γίνεται το μέρος αυτό να είναι άλογο κι όμως να υπακούει στον λόγο, μου φαίνεται πως δεν έχουν αντιληφθεί πλήρως τη δύναμη του λόγου, “πόσο μεγάλη είναι και πόσο προχωρεί”, με το να κυριαρχεί και να ηγείται όχι με τραχιές και άκαμπτες μεθόδους αλλά με εύκαμπτες, αποτελεσματικότερες να κάνουν κάτι να ενδώσει και να γίνει πειθήνιο απ’ ό,τι οποιοσδήποτε εξαναγκασμός και βία. Ακόμα και η αναπνοή μας, άλλωστε, τα νεύρα μας, τα κόκαλά μας και τα άλλα μέρη του σώματος είναι άλογα, αλλά, όταν συμβαίνει κάποια ορμητική ώθηση, μόλις ο λόγος σείσει τα χαλινάρια, θα λέγαμε, τεντώνονται όλα, σφίγγονται και υπακούουν. Άριστα απεικονίζει ο ποιητής με τα παρακάτω λόγια το πώς συμπάσχει και συμμορφώνεται το άλογο με τον λόγο·

Έτσι μαραίνονταν τα ωραία της μάγουλα από τα
δάκρυα που έχυνε,
καθώς έκλαιγε τον άντρα της, που ήταν κοντά της.
Ο Οδυσσέας όμως
μες στην καρδιά του τη γυναίκα του λυπόταν που
θρηνούσε,
αλλά τα μάτια του, σαν να ’ταν από κέρατο ή σίδερο,
μείνανε σταθερά
ήσυχα μες στα βλέφαρά του, καθώς με πονηριά τα
δάκρυά του έκρυβε.
(ΟΜΗΡΟΣ)

Πολλές φορές, μάλιστα, όσο αφορά την τροφή και το κρέας, όταν οι άνθρωποι τα έχουν φάει με μεγάλη ευχαρίστηση, αν μετά αντιληφθούν ή πληροφορηθούν ότι έφαγαν κάτι ακάθαρτο ή απαγορευμένο, όχι μόνο την κρίση τους αυτή ακολουθούν δυσαρέσκεια και στεναχώρια, αλλά και το ίδιο το σώμα μεταστρέφεται και συμμερίζεται την αποστροφή που νιώθει η κρίση, καθώς καταλαμβάνεται από τους εμετούς και τους σπασμούς της ναυτίας.
Φοβάμαι όμως ότι θα θεωρηθεί πως συνθέτω την πραγματεία μου με παραδείγματα ολωσδιόλου δελεαστικά και προκλητικά, αν αναπτύξω με κάθε λεπτομέρεια πως οι άρπες και οι λύρες, οι φλογέρες και οι αυλοί και όλα τα άλλα μελωδικά και αρμονικά όργανα που έχει επινοήσει η μουσική, αν και άψυχα, συνοδεύουν τα ανθρώπινα πάθη και στη χαρά και στον πόνο, με κόσμια ή με ακόλαστα άσματα, εικονίζοντας τις κρίσεις, τα πάθη και τα ήθη εκείνων που τα χρησιμοποιούν.
Για τούτο σωστά και το ήθος ονομάστηκε έτσι· το ήθος, δηλαδή, για να το πούμε σχηματικά, είναι ποιότητα του αλόγου, και ονομάζεται έτσι γιατί το άλογο, πλαθόμενο από τον λόγο, αποκτά την ποιότητα τούτη και τη διαφορά από τη συνήθεια (έθος), αφού ο λόγος δεν επιθυμεί να εξαλείψει εντελώς το πάθος (ούτε δυνατόν είναι, άλλωστε, ούτε το καλύτερο), αλλά του επιβάλλει κάποιο όριο και τάξη και του εμφυτεύει τις ηθικές αρετές, οι οποίες δεν είναι έλλειψη πάθους αλλά συμμετρία παθών και μεσότητα· ο λόγος, μάλιστα, εμφυτεύει τις ηθικές αρετές δια της φρονήσεως, κάνοντας τη δύναμη του παθητικού ευπρεπή έξη.
Λέγεται, εξ άλλου, πως η ψυχή κατέχει τα εξής τρία· δύναμη, πάθος, έξη.
Η δύναμη είναι αφετηρία ή υλικό του πάθους, όπως, για παράδειγμα η οργιλότητα, η ντροπαλότητα, η τολμηρότητα.
Το πάθος είναι είδος κίνησης της δύναμης, όπως η οργή, το θάρρος, η ντροπή, η τόλμη.
Η έξη, τέλος, είναι ισχύς και κατάσταση της δύναμης του αλόγου, που προέρχεται από τη συνήθεια και γίνεται, αφ’ ενός, κακία, αν το πάθος παιδαγωγήθηκε άσχημα από τον λόγο, και, αφ’ ετέρου, αρετή, αν (το πάθος) παιδαγωγήθηκε σωστά.





ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΗΘΙΚΑ
ΤΟΜΟΣ 12


ΕΚΔΟΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου