Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

ανθρωπάκι εγώ, ψάχνω από εικασίες να βρω τα πιθανά. (ΚΙΚΕΡΩΝ) (ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝΙ)




Ο Τίμαιος, θέλοντας να ενημερώσει τον Σωκράτη για όσα γνώριζε περί των θεών, του κόσμου και των ανθρώπων, πρότεινε να μιλήσει περί αυτών των θεμάτων ως άνθρωπος προς άνθρωπο και [λέει] πως αυτό αρκεί, αν οι λόγοι του είναι εξίσου πιθανοφανείς με τους λόγους ενός άλλου, επειδή οι ακριβείς λόγοι δεν είναι στο χέρι του ούτε στο χέρι οποιουδήποτε άλλου θνητού (ΠΛΑΤΩΝ ΤΙΜΑΙΟΣ),
πράγμα που ένας από τους οπαδούς αυτής της σχολής μιμήθηκε χρησιμοποιώντας τις εξής λέξεις: 
Θα εξηγήσω όσο καλύτερα μπορώ: ωστόσο δεν θα πω σαν τον Πύθειο Απόλλωνα, πράγματα βέβαια και σταθερά· ανθρωπάκι εγώ, ψάχνω από εικασίες να βρω τα πιθανά. (ΚΙΚΕΡΩΝ)
Και αυτό, πραγματευόμενος ένα κοινό και διόλου υπερβατικό θέμα, δηλαδή την περιφρόνηση του θανάτου. Αλλού, ο ίδιος μεταφράζει κατευθείαν από τον Πλάτωνα: 
Αν, κατά τύχη, κουβεντιάζοντας περί της φύσης των θεών και της καταγωγής του κόσμου, δεν φτάσουμε στο στόχο που έχουμε κατά νου, τίποτα το περίεργο. Δίκαιο είναι να θυμηθούμε πως, εγώ που θα μιλάω και συ που θα με κρίνεις, είμαστε άνθρωποι· έτσι, αν ειπωθούν τα πιθανά, μη ζητάς τίποτα περισσότερο. (ΚΙΚΕΡΩΝ)
Ο Αριστοτέλης συσσωρεύει κατά σύστημα ένα μεγάλο αριθμό άλλων γνωμών και άλλων δοξασιών, για να τις συγκρίνει με τις δικές του και να μας δείξει πόσο μακρύτερα πήγε και πόσο κοντύτερα πλησίασε την πιθανολόγηση της αλήθειας. Γιατί η αλήθεια δεν κρίνεται αποδεκτή λόγω αυθεντίας της μαρτυρίας άλλων. (Να ο λόγος που ο Επίκουρος απέφυγε με θρησκευτική ευλάβεια να παραθέσει τέτοιες αυθεντίες και μαρτυρίες στα κείμενά του).
Ο Αριστοτέλης είναι ο πρίγκιπας των Δογματιστών. Και παρ’ όλα αυτά, από τον Αριστοτέλη μαθαίνουμε πως η πολλή γνώση δημιουργεί αφορμές για περισσότερη αμφιβολία. (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)
Συχνά τον βλέπουμε να καλύπτεται επίτηδες με τόσο παχιά και αξεμπέρδευτη σκοτεινιά, ώστε τίποτα δεν μπορούμε να κορφολογήσουμε από τις απόψεις του. Στην πραγματικότητα, αυτό είναι Πυρρωνισμός υπό καταφατική μορφή.
Ακούστε τον ισχυρισμό του Κικέρωνα, ο οποίος μας εξηγεί με τον δικό του τρόπο τις αντιλήψεις άλλων: 
Εκείνοι που αναζητούν να μάθουν ποιες είναι οι προσωπικές μου απόψεις, είναι υπέρ το δέον περίεργοι. Θεμελιώδης αρχή της φιλοσοφίας ως τις μέρες μας υπήρξε να επιχειρηματολογεί κανείς εναντίον όλων και να μην αποφασίζει για τίποτα. Αυτή η αρχή καθιερώθηκε από τον Σωκράτη, επαναλήφθηκε από τον Αρκεσίλαο κι ενισχύθηκε από τον Καρνεάδη. Είμαι από εκείνους που υποστηρίζουν πως σε όλες τις αλήθειες κάποιο ψέμα αναμιγνύεται κι ότι η ομοιότητά του με την αλήθεια είναι τέτοια, ώστε δεν μας επιτρέπεται για τίποτα να κρίνουμε και να καθορίσουμε ότι είναι βέβαιο. (ΚΙΚΕΡΩΝ)
Μου φαίνεται πως εν πλήρει γνώσει του ο Πλάτων επέλεξε να πραγματεύεται τη φιλοσοφία με τη μορφή των διαλόγων, ώστε να τοποθετεί με εύσχημο τρόπο σε ποικίλα στόματα την ποικιλία και τις παραλλαγές των δικών του ιδεών.
Ο χειρισμός των θεμάτων με ποικίλους τρόπους είναι όσο καλός και ο χειρισμός με συνέπεια. Καλύτερος μάλιστα: σημαίνει πως γίνεται με περισσότερο πλούτο και για μεγαλύτερη χρησιμότητα.
Όταν οι φιλόσοφοι βρίσκουν κάποια μομφή ο ένας σε βάρος του άλλου, το ευρύτερο για αυτούς πεδίο δράσης εντοπίζεται στις αντιφάσεις και διαφορές, με τις οποίες ο καθένας τους βρίσκεται μπλεγμένος, είτε επίτηδες (για να δείξει την αμφιταλάντευση του ανθρώπινου πνεύματος γύρω από οποιοδήποτε θέμα) είτε άθελα (υποχρεωμένος από την κινητικότητα και ακαταληψία όλων των θεμάτων).
Τι σημαίνει αυτή η επωδός: “Σε τόπο που γλιστράει και φεύγει κάτω από τα πόδια μας, ας κρατήσουμε σε αβεβαιότητα τις δοξασίες μας”; Γιατί, όπως λέει ο Ευριπίδης,
τα έργα του Θεού με τρόπους αρκετούς
εμπόδια όλο βγάζουν μπροστά για τους θνητούς. (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)
Ίδια είναι και η επωδός που ο Εμπεδοκλής συχνά έσπειρε στα βιβλία του, παρακινημένος λες από θεία μανία και υπό την πίεση της αλήθειας: “Όχι, όχι, δεν νιώθουμε τίποτα, δεν βλέπουμε τίποτα· τα πάντα είναι απόκρυφα για μας· τίποτα δεν υπάρχει που να μπορούμε να ορίσουμε τι είναι”.
Δεν πρέπει να θεωρήσουμε περίεργο ότι άνθρωποι απελπισμένοι που δεν πέτυχαν θήραμα, δεν έπαψαν να βρίσκουν ευχαρίστηση στο κυνήγι: η μελέτη είναι ευχάριστη ασχολία αφ’ εαυτής, τόσο ευχάριστη, ώστε μεταξύ των απολαύσεων που πρέπει να χαλιναγωγούνται, οι Στωικοί περιλαμβάνουν και την ευχαρίστηση που προέρχεται από την πνευματική άσκηση: βρίσκουν έλλειψη μέτρου στην υπερβολική γνώση.
Ο Δημόκριτος, αφού έφαγε στο τραπέζι του σύκα που είχαν γεύση μελιού, άρχισε μεμιάς να ψάχνει με το νου του από που προερχόταν εκείνη η ασυνήθιστη γλύκα· και για να ξεκαθαρίσει το ζήτημα, ετοιμαζόταν να σηκωθεί από το τραπέζι για να δει την κατάσταση του τόπου όπου εκείνα τα σύκα είχαν μαζευτεί. Η δούλα του, όταν άκουσε την αιτία της ανακατωσούρας, του είπε γελώντας να μην μπει πια σε τέτοιο κόπο, γιατί εκείνη τα είχε βάλει σε ένα δοχείο όπου παλιά υπήρχε μέλι. Πειράχτηκε που του είχε στερήσει την ευκαιρία για ψάξιμο και του είχε αφαιρέσει υλικό από την περιέργειά του: “Πήγαινε”, της είπε, “με δυσαρέστησες· δεν θα πάψω πάντως να ψάχνω για την αιτία, σαν να έπρεπε να την βρω στη φύση”. (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)
Και βάζοντας κάτω την θέλησή του, έψαξε και βρήκε κάποια “αληθινή” εξήγηση σε γεγονός ψεύτικο και υποθετικό. Ετούτη η ιστορία ενός διάσημου και μεγάλου φιλόσοφου μας δείχνει ξεκάθαρα αυτό το πάθος για μελέτη, το οποίο μας προσφέρει τέρψη να τρέχουμε πίσω από πράγματα, που για την απόκτησή τους δεν έχουμε ελπίδα. Ο Πλούταρχος διηγείται μια παρόμοια περίπτωση κάποιου, ο οποίος δεν ήθελε να τον διαφωτίσουν σε θέμα που του δημιουργούσε αμφιβολίες, ώστε να μη χάσει την ευχαρίστηση να το αναζητεί. Σαν εκείνον τον άλλον, που δεν ήθελε να τον απαλλάξει ο γιατρός του από τη δίψα που του προκαλούσε ο πυρετός, για να μην χάσει την ευχαρίστηση να την κορέσει πίνοντας.
Κάλλιο να μάθω κάτι άχρηστο παρά να μη μάθω τίποτα. (ΣΕΝΕΚΑΣ)
Το ίδιο συμβαίνει με κάθε είδους τροφή. Πολλές φορές τρώμε μόνο και μόνο για ευχαρίστηση. Και ό,τι παίρνουμε, που είναι ευχάριστο, δεν είναι πάντα θρεπτικό ούτε υγιεινό. Ομοίως, ό,τι το πνεύμα μας αντλεί από τη γνώση, δεν παύει να είναι απολαυστικό, έστω κι αν δεν είναι ούτε θρεπτικό ούτε σωτήριο.
Να τι λένε επί του προκειμένου: “Η θεώρηση της φύσης είναι τροφή κατάλληλη για το πνεύμα μας: το ανυψώνει και το εξάπτει, μας κάνει να περιφρονούμε τα ταπεινά και γήινα πράγματα, συγκρίνοντάς τα με τα ανώτερα και τα ουράνια. Η αναζήτηση μάλιστα των απόκρυφων και σπουδαίων πραγμάτων είναι πολύ ευχάριστη, ακόμα και για εκείνον που δεν αποκομίζει παρά το δέος και το φόβο ότι κρίνει τέτοια πράγματα”. Αυτά κοντολογίς όσα πρεσβεύουν. Η εικόνα ματαιότητας αυτής της αρρωστημένης περιέργειας διακρίνεται σαφέστατα ακόμα και σε ένα άλλο παράδειγμα, που οι φιλόσοφοι, λόγω ιδιαίτερης εκτίμησης, έχουν τόσο συχνά στα χείλη τους. Ο Εύδοξος ευχόταν και παρακαλούσε τους θεούς να μπορούσε μια φορά να δει τον ήλιο από κοντά, να καταλάβει το σχήμα, το μεγαλείο και την ομορφιά του, έστω και επί ποινή να καεί επί τόπου. (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)
Ήθελε, με τίμημα τη ζωή του, να αποκτήσει μια γνώση, που η χρησιμότητα και η κατοχή της θα χανόταν ακαριαία. Και για μια τόσο στιγμιαία και φευγαλέα γνώση, ήταν έτοιμος να χάσει όλες τις άλλες γνώσεις που είχε ήδη ή που επρόκειτο να αποκτήσει αργότερα.
Δεν μπορώ εύκολα να πείσω τον εαυτό μου πως ο Επίκουρος, ο Πλάτων και ο Πυθαγόρας μάς έδωσαν στα σοβαρά και τελεσιδίκως τα Άτομά τους, τις Ιδέες τους και τους Αριθμούς τους. Ήταν εξόχως σοφοί, ώστε να στηρίξουν τα άρθρα της πίστης τους σε βάσεις τόσο αβέβαιες και αμφισβητήσιμες. Σε ετούτη όμως τη σκοτεινιά και άγνοια του κόσμου, κάθε μια από αυτές τις μεγάλες μορφές πάσχισε να φέρει κουτσά στραβά μια εικόνα φωτός. Και όλες δοκίμασαν το πνεύμα τους σε νοήματα που τουλάχιστον είχαν ευχάριστη και έξυπνη εμφάνιση [αλήθειας], αρκεί , έστω και αν ήταν ολότελα λανθασμένη, να μπορεί να σταθεί απέναντι σε αντίγνωμες απόψεις:
όλα αυτά είναι θεωρίες που δεν δημιουργούνται από τη δύναμη της γνώσης αλλά από το μυαλό του καθενός. (ΣΕΝΕΚΑΣ)



ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝΙ
ΔΟΚΙΜΙΑ
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου