Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Ο Δον Ζουάν ξέρει και δεν ελπίζει.-ΜΕΡΟΣ Β- ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ



Ο ΔΟΝΖΟΥΑΝΙΣΜΟΣ
ΜΕΡΟΣ Β

Είναι γι’ αυτό εγωιστής; Με τον τρόπο του, χωρίς αμφιβολία.
Μα κι εδώ ακόμα, πρέπει να συμφωνήσουμε. Υπάρχουν εκείνοι που φτιάχτηκαν για να ζουν και οι άλλοι που φτιάχτηκαν για ν’ αγαπούν.
Ο Δον Ζουάν, τουλάχιστον, θα το παραδεχόταν. Μα θα το έκανε εν συντομία καθώς έχει τη δυνατότητα επιλογής. Γιατί η αγάπη, για την οποία μιλάμε εδώ, είναι στολισμένη με τις αυταπάτες του αιώνιου. Όλοι οι ειδικοί του πάθους της αγάπης μάς το λένε, δεν υπάρχει άλλη αιώνια αγάπη εκτός από την αγάπη μετ’ εμποδίων. Δεν υπάρχει πάθος χωρίς αγώνα. Μια τέτοια αγάπη δεν τελειώνει παρά με την ύστατη αντίφαση που είναι ο θάνατος.
Πρέπει να είσαι ή Βέρθερος ή τίποτα. Και εδώ πάλι, υπάρχουν πολλοί τρόποι αυτοκτονίας, κι ένας από αυτούς είναι η πλήρης αυταπάρνηση και η λήθη του ίδιου του εαυτού σου. Ο Δον Ζουάν, όπως κι ο οποιοσδήποτε, ξέρει ότι αυτό μπορεί να είναι συγκινητικό. Αλλά είναι ένας από τους λίγους που γνωρίζουν ότι το σημαντικό δεν είναι αυτό. Το γνωρίζει πολύ καλά: εκείνοι τους οποίους ένας μεγάλος έρωτας παρεκτρέπει από την προσωπική ζωή τους, πλουτίζουν ίσως, αλλά οπωσδήποτε φτωχαίνουν τους άλλους, αυτούς που διάλεξαν ν’ αγαπήσουν.
Μια μάνα, μια παθιασμένη από αγάπη γυναίκα, είναι αναγκαστικά σκληρόκαρδες, γιατί η καρδιά τους έχει απομακρυνθεί από τον κόσμο. Ένα μονάχα συναίσθημα, μια μονάχα ύπαρξη, ένα μονάχα πρόσωπο, έχει καταβροχθίσει το παν.
Μια άλλη αγάπη συγκλονίζει τον Δον Ζουάν και είναι λυτρωτική. Κουβαλά μαζί της όλα τα πρόσωπα του κόσμου και κάνει την καρδιά να σκιρτά επειδή αναγνωρίζει ότι είναι φθαρτή.
Ο Δον Ζουάν επέλεξε να είναι ένα τίποτα.
Γι’ αυτόν το θέμα είναι να βλέπει καθαρά.
Δεν ονομάζουμε αγάπη αυτό που μας δένει με κάποιες υπάρξεις, παρά ανάγοντάς το σ’ έναν τρόπο να βλέπουμε συλλογικά, για τον οποίο ευθύνονται τα βιβλία και οι θρύλοι. Μα από την αγάπη, το μόνο που γνωρίζω είναι το κράμα πόθου, τρυφερότητας και νόησης που με συνδέει με την τάδε ύπαρξη. Το ίδιο κράμα δεν ισχύει για μια άλλη ύπαρξη.
Δεν έχω το δικαίωμα να δώσω σ’ όλες αυτές τις εμπειρίες το ίδιο όνομα, ούτε να τις ζήσω με τον ίδιο τρόπο. Ο παράλογος άνθρωπος πολλαπλασιάζει εδώ αυτό που δεν μπορεί να ενοποιήσει.
Έτσι ανακαλύπτει έναν καινούργιο τρόπο ύπαρξης που τον ελευθερώνει, τουλάχιστον όσο ελευθερώνει κι εκείνους που τον πλησιάζουν. Δεν υπάρχει γενναιόδωρη αγάπη εκτός από εκείνη που γνωρίζει πως είναι συγχρόνως παροδική και ιδιαίτερη.
Όλα αυτά που πεθαίνουν κι όλα αυτά που ξαναγεννιούνται αποτελούν για τον Δον Ζουάν το μπουκέτο της ζωής του. Είναι ο τρόπος του να δίνει και να βοηθά τους άλλους να ζήσουν.
Αφήνω να κρίνετε αν πρέπει να μιλήσουμε για εγωισμό.
Σκέφτομαι εδώ όλους εκείνους που θέλουν οπωσδήποτε να τιμωρηθεί ο Δον Ζουάν. Όχι μόνο σε μια άλλη ζωή, αλλά και σ’ αυτήν ακόμα.
Σκέφτομαι όλες αυτές τις ιστορίες, τους θρύλους και την ειρωνεία για τον γερασμένο Δον Ζουάν. Όμως εκείνος είναι ήδη έτοιμος.
Για έναν συνειδητοποιημένο άνθρωπο, τα γηρατειά,κι οτιδήποτε τα προμηνύει, δεν είναι έκπληξη. Έχει ακριβώς συναίσθηση αυτών επειδή δεν κλείνει τα μάτια στη φρίκη τους.
Υπήρχε στην Αθήνα ένας ναός αφιερωμένος στο γήρας. Οδηγούσαν εκεί τα παιδιά.
Για τον Δον Ζουάν, όσο περισσότερο γελάμε μαζί του, τόσο περισσότερο το γήρας σημαδεύει το πρόσωπό του. Αποποιείται έτσι τη μορφή που του έδωσαν οι ρομαντικοί. Μ’ αυτό τον βασανισμένο κι αξιοθρήνητο Δον Ζουάν κανείς δεν έχει όρεξη να γελάσει. Τον λυπούνται, άραγε ο ουρανός θα εξαγοράσει τις αμαρτίες του; Όμως δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο.
Στο σύμπαν που φαντάζεται, συμπεριλαμβάνεται επίσης και το γελοίο. Θα το ‘βρισκε φυσικό να τιμωρηθεί. Είναι ο κανόνας του παιχνιδιού. Και είναι ακριβώς μεγαλοψυχία εκ μέρους του που δέχτηκε όλους τους κανόνες του παιχνιδιού. Ξέρει ωστόσο ότι έχει δίκιο κι ότι δεν πρόκειται για τιμωρία. Το πεπρωμένο δεν είναι τιμωρία.
Αυτό είναι το έγκλημά του και, όπως το καταλαβαίνουμε, οι άνθρωποι που πιστεύουν στο αιώνιο επικαλούνται την τιμωρία. Ο Δον Ζουάν αγγίζει μια γνώση χωρίς αυταπάτες που αρνιέται το κάθε τι που πρεσβεύουν οι παραπάνω. Αγαπώ και κατέχω, κατακτώ κι εκμηδενίζω, να ο τρόπος της γνώσης του. (Υπάρχει νόημα σε τούτη την αγαπημένη λέξη της Αγίας Γραφής η οποία αποκαλεί “γνώση” την ερωτική πράξη).
Ο Δον Ζουάν είναι ο χειρότερος εχθρός τους γιατί τους αγνοεί. Κάποιος χρονικογράφος αναφέρει ότι ο πραγματικός “Burlador” πέθανε δολοφονημένος από φραγκισκανούς μοναχούς που θέλησαν “να θέσουν τέρμα στις παρεκτροπές και στην ασέβεια του Δον Ζουάν που, επειδή γεννήθηκε αριστοκράτης, εξασφάλισε την ατιμωρησία”. Διέδωσαν στη συνέχεια ότι τον κεραυνοβόλησε ο ουρανός. Κανένας δεν απέδειξε αυτό το παράξενο τέλος. Ούτε και κανένας απέδειξε το αντίθετο.
Μα χωρίς να διερωτώμαι αν αυτό αληθεύει, μπορώ να πω ότι είναι λογικό.
Θέλω μόνο εδώ να σταθώ στον όρο “γεννήθηκε αριστοκράτης” και να παίξω με τις λέξεις: η ζωή τού εξασφάλισε την αθωότητά του. Μόνο μετά τον θάνατο απέκτησε μια ενοχή που τώρα πια πέρασε στο θρύλο.
Τι άλλο μπορεί να σημαίνει αυτός ο πέτρινος Διοικητής, αυτός ο ψυχρός ανδριάντας που ζωντάνεψε για να τιμωρήσει το αίμα και το θάρρος που τόλμησαν να σκέφτονται;
Όλες οι δυνάμεις του αιώνιου Λόγου, της τάξης, της παγκόσμιας ηθικής, όλο το αλλόκοτο μεγαλείο ενός Θεού ευπρόσιτου στην οργή, ενσαρκώνονται σ’ αυτόν.
Τούτη η γιγαντιαία κι άψυχη πέτρα συμβολίζει μονάχα τις δυνάμεις που ο Δον Ζουάν αρνήθηκε δια παντός. Η αποστολή ωστόσο του Διοικητή σταματά εκεί. Η οργή και ο κεραυνός μπορούν να επιστρέψουν στον ψεύτικο ουρανό απ’ όπου τους κάλεσαν.
Η αληθινή τραγωδία παίζεται πέρα απ’ αυτούς. Όχι, ο Δον Ζουάν δεν πέθανε χτυπημένος από ένα πέτρινο χέρι. Πιστεύω εύκολα στο θρυλικό θράσος, σ’ εκείνο το τρελό γέλιο ενός ανθρώπου με υγιή αντίληψη που προκαλεί έναν ανύπαρκτο θεό.
Προπάντων όμως πιστεύω πως εκείνο το βράδυ που ο Δον Ζουάν περίμενε στο σπίτι της Άννας, δεν ήρθε και ο ασεβής θα πρέπει να ένιωσε, περασμένα μεσάνυχτα, την τρομερή πίκρα εκείνων που έχουν δίκιο.
Ακόμα περισσότερο πιστεύω την ιστορία της ζωής του που λέει ότι, για να τελειώνει, πήγε να θαφτεί σ’ ένα μοναστήρι. Όχι γιατί η υποδειγματική πλευρά της ιστορίας θα μπορούσε να φανεί πιθανή.
Τι καταφύγιο πήγε να ζητήσει από τον Θεό; Αυτό ωστόσο συμβολίζει μάλλον τη λογική κατάληξη μιας ζωής με απόλυτη συναίσθηση του παραλόγου, το άγριο τέλος μιας ύπαρξης στραμμένης προς τις απολαύσεις δίχως αύριο. Εδώ, η ηδονή καταλήγει στον ασκητισμό.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι μπορεί να είναι σαν τις δυο όψεις της ίδιας ένδειας.
Δεν υπάρχει πιο τρομακτική εικόνα: ένας άνθρωπος που το κορμί του τον πρόδωσε και που, καθώς πέθανε όταν έπρεπε, ολοκληρώνει το θεατρικό έργο περιμένοντας το τέλος, πρόσωπο με πρόσωπο με τούτο το θεό που δεν λατρεύει, υπηρετώντας τον όπως υπηρέτησε τη ζωή, γονατιστός μπροστά στο κενό και τείνοντας τα χέρια προς έναν ουρανό βουβό κι ασυνείδητο.
Βλέπω τον Δον Ζουάν σ’ ένα κελί εκείνων των ισπανικών μοναστηριών που βρίσκονται διάσπαρτα πάνω σε κάποιο λόφο. Κι αν κοιτάζει κάτι, δεν πρόκειται για φαντάσματα από αγάπες που χάθηκαν, αλλά, ίσως, μέσα από μια καυτή πολεμίστρα, ν’ ατενίζει κάποια σιωπηλή πεδιάδα της Ισπανίας, γη υπέροχη και δίχως ψυχή, στην οποία αναγνωρίζει τον εαυτό του. Ναι, σε τούτη τη μελαγχολική και λαμπερή εικόνα πρέπει να σταματήσουμε.
Το οριστικό τέλος, αναμενόμενο αλλά ποτέ ποθητό, το οριστικό τέλος είναι αξιοκαταφρόνητο.



ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ
ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ




ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου