Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

ΟΡΑΤΙΟΥ Ωδή 1η (Βιβλίο III)

Ωδή 1η (Βιβλίο III)
Ολιγάρκεια (απόσπασμα)





Σ’ όποιου πάνω από τον τράχηλό του τον ανόσιο (τον ασεβή)
κρέμεται γυμνό σπαθί, εκείνου ούτε τα Σικελικά δείπνα (συμπόσια)
θα του κάμουν γλυκειά τη γεύση, ούτε των πουλιών τα κελαδήματα
και της κιθάρας η μελωδία θα του ξαναφέρουν τον ύπνο,
ο ελαφρύς ύπνος δεν περιφρονεί τις ταπεινές κατοικίες (τις καλύβες)
των ανθρώπων του αγρού (των αγροτών) και την σκιερή όχθη,
ούτε τα Τέμπη που τ’ αναριπίζουν οι Ζέφυροι.


Εκείνον που επιθυμεί ό,τι του είναι αρκετό ούτε η φουρτουνιασμένη
θάλασσα τον τρομάζει ούτε η άγρια ορμή του Αρκτούρου
την ώρα που δύει ή του Ερίφου την ώρα που ανατέλλει,
ούτε τα αμπέλια που τα χτύπησε το χαλάζι ούτε το χωράφι
που ξεγελά καθώς του δέντρου του φταίνε άλλοτε τα νερά (οι βροχές),
άλλοτε τα άστρα που ξηραίνουν (καίνε) τα χωράφια κι
άλλοτε πάλι οι βαριοί χειμώνες (η βαρυχειμωνιά).

Αν όμως τον πονεμένο δεν τον ανακουφίζουν ούτε τα Φρυγικά
μάρμαρα, ούτε τα λαμπρότερα κι από τα άστρα πορφυρένια φορέματα,
ούτε το κρασί από τα αμπέλια του Φαλέρνου, ούτε τα Περσικά μύρα (αρώματα),
γιατί να χτίσω υψόροφο μέγαρο νέου ρυθμού με επίφθονες πύλες;
γιατί να ανταλλάξω τη Σαβινική μου κοιλάδα με πλούτη
που φέρνουν έγνοιες περισσές και λύπες;



ΟΡΑΤΙΟΥ ΩΔΕΣ
Βιβλία III και IV


ΕΚΔΟΣΕΙΣ


ΔΗΜ. Ν. ΠΑΠΑΔΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου